Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταλαμπαδεύω
- απόδοση: μεταδίδω σε άτομο ή σύνολο ατόμων κάτι κυρίως γνώση πληροφόρηση παιδεία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οι Έλληνες μεταλαμπάδευσαν τον πολιτισμό σε υποανάπτυκτους πολιτισμούς





