Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μεταφορτώνω
- απόδοση: μεταφέρω από ένα μεταφορικό μέσο σε άλλο αντικείμενα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδυνατεί να μεταφορτώσει τα εμπορεύματα λόγω ελλείψεως προσωπικού





