Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προκαταλαμβάνω
- απόδοση: πείθω άτομο ή ομάδα ατόμων να σχηματίσει γνώμη για ένα θέμα εκ των προτέρων προτού μελετηθεί καν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
επιδίωξε ανεπιτυχώς να τον προκαταλάβει





