Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προπαρασκευάζω
- απόδοση: ετοιμάζω κάτι εκ των προτέρων ήτοι προετοιμάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φρόντισε να προπαρασκευασθεί σχετικά με τις αναμενόμενες κατατακτήριες εξετάσεις





