Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μαλάσσω
- απόδοση: πιέζω με τα χέρια μου κάτι το μαλακό προκειμένου να διαφοροποιηθεί η μορφή του / ενεργώ δια μαλάξεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αρέσκεται να της μαλάσσουν τη ζύμη διότι το βρίσκει βαρετό





