Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λειαίνω
- απόδοση: καθιστώ κάτι λείο εφαρμόζοντας επεξεργασία / εξομαλύνω κάτι / αφαιρώ οξύτητες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδύνατον να λειάνει τα λόγια του που βρίθουν από οξύτητες





