Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συναθροίζομαι
- απόδοση: συγκεντρώνω ικανό αριθμό ατόμων σε κλειστό χώρο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του κόμματος συναθροίστηκαν στην κατοικία ενός εξ αυτών





