Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακράζω
- απόδοση: λέω μεγαλοφώνως με τρόπο πομπώδη λόγια που εκφράζουν έντονα συναισθήματα επιδοκιμασίας ή αποδοκιμασίας
- συγγενές: αναφωνώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το πλήθος ανέκραξε με μία φωνή





