Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
πλανεύω
- απόδοση: εξαπατώ / παρασύρω με λόγια ή με ενέργειες / παραπλανώ με υποσχέσεις
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον πλάνεψε με την ομορφιά της προκαλώντας σφοδρό έρωτα





