Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δημοσιογραφώ
- απόδοση: δημοσιεύω κείμενα στον ημερήσιο ή περιοδικό τύπο έχοντας επαγγελματική ιδιότητα / ασκώ το επάγγελμα του δημοσιογράφου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δημοσιογραφούσε επί σειρά ετών στην Καθημερινή





