Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναθεωρώ
- απόδοση: επανεξετάζω προκειμένου να διορθωθούν σφάλματα ή να προβλεφθούν παραλείψεις / τροποποιώ σύμφωνα με νέα δεδομένα / μεταβάλλω άποψη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα βιώματα της ζωής τον οδήγησαν να αναθεωρήσει πλήθος απόψεων





