Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανατέμνω
- απόδοση: χωρίζω με μεθοδικότητα τμήματα σώματος με σκοπό την επιστημονική μελέτη / εξετάζω εις βάθος περιγράφοντας αυτό σε όλες του τις λεπτομέρειες
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ως ψυχίατρος ανατέμνει τις ανθρώπινες ψυχές





