Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
επιμηκύνω
- απόδοση: αυξάνω καθορισμένη χρονική διάρκεια / αυξάνω το μήκος σώματος
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η ομοσπονδία εκπαιδευτικών αποφάσισε να επιμηκύνει τη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων





