Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξαναγκάζω
- απόδοση: υποχρεώνω κάποιον να ενεργήσει με πιεστικό τρόπο ή με χρήση βίας / αναγκάζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
δια της ασκούμενης πίεσης τον εξανάγκασε σε παραίτηση





