Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εμβολίζω
- απόδοση: κτυπώ με το έμβολο της πλώρης άλλο πλοίο προκειμένου να του προκαλέσω ρήγμα / για όχημα ή πλεούμενο που με το εμπρόσθιο τμήμα του προσκρούει σε άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το εμβόλισε με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό των επιβατών του οχήματος





