Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνενώνω
- απόδοση: δημιουργώ όλον δια της συνένωσης δύο ή περισσοτέρων ομοειδών μερών / ενώνω μεμονωμένα άτομα ή ομάδες με κοινό σκοπό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τα σωματεία του εργοστασίου συνενώθηκαν προκειμένου να αντιμετωπίσουν από κοινού σοβαρότατα εργασιακά προβλήματα





