Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσκρούω
- απόδοση: πέφτω & χτυπώ σε κάτι ακίνητο ή σταθερό / συναντώ ανυπέρβλητο εμπόδιο κατά την εξέλιξη καταστάσεως / βρίσκομαι σε πλήρη αντίθεση σε κάτι θεωρούμενο ορθό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
έχασε τον έλεγχο του οχήματος προσκρούοντας σε σταθμευμένο όχημα
η αδειοδότηση της βιομηχανίας προσέκρουσε στο τέρας της γραφειοκρατίας
οι αντιλήψεις μου προσκρούουν στις ηθικές αρχές που τον χαρακτηρίζουν





