Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αποβάλλω
- απόδοση: εγκαταλείπω / παρατώ / απομακρύνω μαθητή από σχολικό χώρο επιβάλλοντας ποινή αποβολής λόγω παραπτώματος / για μόσχευμα που απορρίπτεται από οργανισμό / για έγκυο που της συμβαίνει αποβολή εμβρύου
λόγω σοβαρότατου παραπτώματος τον απέβαλαν επί τριήμερο από το λύκειο
ο οργανισμός του απέβαλε την καρδιά του δότη





