Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εξασθενώ
- απόδοση: καταλήγω ως ολιγότερο έντονος ή ολιγότερο αποτελεσματικός / εξασθενίζω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κόπωση εξασθένισε τις σωματικές δυνάμεις μου





