Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αναμασώ
- απόδοση: μηρυκάζω / επαναλαμβάνω ήδη γνωστές πληροφορίες κατά τρόπο μονότονο & κοπιαστικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανήκει στα μηρυκαστικά ζώα που αναμασούν την τροφή





