Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατανέμω
- απόδοση: διαμοιράζω με ακριβή μέθοδο ενδεχομένως με χρήση τεχνικών μέσων / χωρίζω σύνολο ατόμων ή πραγμάτων σε ομάδες & τα εγκαθιστώ σε καθορισμένο τόπο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κατένειμε το υπολειπόμενο ποσό σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις
ο μέραρχος κατένειμε τα τάγματα σε σημεία κλειδιά της επαρχίας





