Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανακατανέμω
- απόδοση: κατανέμω εκ νέου σύμφωνα με νέα κριτήρια ή νέες μεθόδους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κυβέρνηση επιδιώκει να ανακατανείμει το εθνικό εισόδημα προς όφελος των αδυνάτων





