Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
διακοσμώ
- απόδοση: χρησιμοποιώ χρηστικά ή όχι αντικείμενα προκειμένου να διαμορφώσω αρμονικό σύνολο σε ένα χώρο / στολίζω / φιλοτεχνώ παραστάσεις επάνω σε προσφερόμενη επιφάνεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
διακόσμησε το γραφείο του διευθύνοντος με πλήθος έργων τέχνης
η έπαυλη είναι διακοσμημένη με εξαίρετες τοιχογραφίες





