Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εφευρίσκω
- απόδοση: έχω πρωτότυπες & πρακτικές ιδέες για την αντιμετώπιση της καθημερινότητος / κάνω εφεύρεση / επινοώ δικαιολογίες ή τεχνάσματα προκειμένου να πετύχω ή να αποφύγω κάτι / μηχανεύομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
εφευρίσκει απίστευτες ιδέες προκειμένου να εξαπατήσει υποψήφια θύματα
οι καλοί γονείς εφευρίσκουν τρόπους ώστε να ικανοποιήσουν τα παιδιά τους





