Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παθιάζομαι
- απόδοση: κυριεύομαι από πάθος για κάτι / παραδίνομαι σε έντονο συναίσθημα / εξάπτομαι συναισθηματικά
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από το νεαρόν της ηλικίας παθιάζεται στο άκουσμα κλασικής μουσικής





