Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λανθάνω
- απόδοση: διαφεύγω την προσοχή κάποιου / παραλείπω / σφάλλω / κάνω λάθος / ενεργώ εσφαλμένα / απατώμαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κυριευόμενος από υπερβολικά συναισθήματα λανθάνει ο συλλογισμός του





