Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
προσκυνώ
- απόδοση: ασπάζομαι ή & γονατίζω σε ιερή εικόνα ή ιερά λείψανα / λατρεύω κάποιο άτομο διατηρώντας πίστη σε αυτό / επισκέπτομαι ευλαβικά τόπο / συμπεριφέρομαι σε ισχυρό πρόσωπο κατά τρόπον μειωτικό για την αξιοπρέπειά μου / αποδέχομαι ταπεινωτική δουλεία ή υποτέλεια
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ασπάσθηκε τη σωρό του πατέρα εκδηλώνοντας σεβασμό
προσκύνησε τα ιερά λείψανα του αγίου γονατίζοντας στην λειψανοθήκη





