Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
φυγαδεύω
- απόδοση: διευκολύνω άτομο ή ομάδα να διαφύγει να δραπετεύσει / μεταφέρω από ένα τόπο σε άλλον τόπο κάτι κατά τρόπο παράνομο & με μυστικότητα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
φυγάδευσε τα οικογενειακά κειμήλια στο εξωτερικό & ακολούθως διέφυγε κι ο ίδιος κρυφίως





