Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνηγορώ
- απόδοση: ενεργώ υποστηρίζοντας πρόσωπο ή κατάσταση / υπερασπίζομαι άποψη / που ενισχύει ενέργεια ή άποψη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο υπουργός συνηγορεί υπέρ της οικονομικής ελάφρυνσης των πολύτεκνων οικογενειών





