Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συμβαδίζω
- απόδοση: εξελίσσομαι με τον αυτό ρυθμό έτσι ώστε κάθε χρονική στιγμή να βρίσκομαι στο αυτό επίπεδο με κάτι άλλο / συνυπάρχω με κάτι άλλο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συμβαδίζουν στη ζωή με αγάπη & κατανόηση





