Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ασελγώ
- απόδοση: ενεργώ δια ασελγούς πράξεως / παραβιάζω ηθικές αρχές κατά τρόπον αναίσχυντο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η μεταπολιτευτική διαρχία ασέλγησε εις βάρος του δημοκρατικού πολιτεύματος





