Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
εκστασιάζομαι
- απόδοση: σε κατάσταση έκστασης κατά την οποία το πνεύμα επικοινωνεί με τον Θεό ευρισκόμενο σε πλήρη ταύτιση με αυτόν / κατάσταση στην οποία περιέρχεται το πνεύμα απορροφημένο πλήρως από ισχυρή εντύπωση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
με εντυπωσιάζει το πώς εκστασιάζεται με αυτό το είδος μουσικής





