Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κληροδοτώ
- απόδοση: καθιστώ κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο κληρονόμο / το οτιδήποτε παραδίδεται από προγενέστερες γενεές του οποίου δεν έχουμε την κυριότητα αλλά την χρήση & το οποίο οφείλουμε να μεταβιβάσουμε στους μεταγενέστερους
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η γενεά του ΄30 μα κληροδότησε πλούσιο πνευματικό έργο





