Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατοικοεδρεύω
- απόδοση: που κατοικώ μόνιμα & κυρίως που έχω την έδρα των δραστηριοτήτων μου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
πληροφορήθηκα ότι κατοικοεδρεύει στην Ερμούπολη Σύρου





