Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
παρεκκλίνω
- απόδοση: εκτρέπομαι από την κανονική πορεία / εκτρέπομαι από αρχές παραβιάζοντας αυτές
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ο υπουργός παρέκκλινε από την επίσημη εξωτερική πολιτική της χώρας με τις δηλώσεις του
το προπορευόμενο όχημα παρέκκλινε της πορείας του & βρέθηκε στους αγρούς





