Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
συνυποβάλλω
- απόδοση: υποβάλλω έγγραφο μαζί με κάποιο άλλο που είναι το κύριο
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
συνυπέβαλλε με τα απαραίτητα δικαιολογητικά & αντίγραφο της αστυνομικής ταυτότητος





