Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
σκιάζω - 1
- απόδοση: δημιουργώ σκιά στην επιφάνεια πράγματος / διαταράσσω ομαλή κατάσταση
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η κατάσταση ανεργίας του πατέρα σκιάζει την οικογενειακή γαλήνη





