Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
περικόπτω
- απόδοση: αφαιρώ τμήμα από κάτι κάπως αυθαίρετα προκειμένου να το περιορίσω σε έκταση / αφαιρώ μέρος από χρηματικό ποσό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λόγω ανάγκης αποδέχθηκε να του περικόψουν το μισθό
τελικά περιέκοψε τμήμα του κειμένου που παρουσίαζε φραστική οξύτητα





