Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ανεμίζω
- απόδοση: κουνώ κάτι στον αέρα / κινούμαι από τον άνεμο / ξοδεύομαι άσκοπα προκειμένου για χρήματα ή περιουσιακά στοιχεία
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
ανέμιζε η γαλανόλευκη με υπερηφάνεια στο άκρον της νήσου





