Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
ταυτίζω
- απόδοση: αντιλαμβάνομαι κάτι όμοιο με κάτι άλλο / εξακριβώνω τη ταυτότητα προσώπου ή πράγματος / ασυνείδητη μίμηση συμπεριφοράς ατόμου με το οποίο προκύπτει ισχυρός συναισθηματικός δεσμός με το οποίο αποτελώ αδιάσπαστη ενότητα / ομοιότητα αντιλήψεων / απόλυτη συμφωνία απόψεων
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
απόλυτα ταυτισμένη προσωπικότητα με την εν λόγω λαϊκή τραγουδίστρια
βέβαιον ότι ταυτίζονται πλήρως τα οικονομικά συμφέροντα που τους συνδέουν





