Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
μάχομαι
- απόδοση: πολεμώ / καταπολεμώ / ενεργώ καταβάλλοντας μεγάλες προσπάθειες / αγωνίζομαι
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
από το νεαρόν της ηλικίας μάχεται για τα ανθρώπινα δικαιώματα





