Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αυτοϊκανοποιούμαι
- απόδοση: αισθάνομαι αυτοϊκανοποίηση / ενεργώ δια αυνανισμού
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
βέβαιον ότι αυτοϊκανοποιείται ερωτικά ελλείψει ερωτικού συντρόφου





