Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κραυγάζω
- απόδοση: φωνάζω πολύ δυνατά / βγάζω κραυγές / εκδηλώνω κάτι με τρόπο έντονο & προκλητικό
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
κραύγαζε από τον ανυπόφορο πόνο ο δυστυχής





