Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
αδρανώ
- απόδοση: ρίσκομαι σε κατάσταση απραξίας / δεν δύναμαι ή δεν διατίθεμαι να ενεργήσω
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδρανεί επί σειρά ετών για την ακίνητη περιουσία του





