Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
κατατοπίζω
- απόδοση: προσφέρω πληροφόρηση / παρέχω ενημέρωση προκειμένου να αποκτήσει κάποιος πλήρη εικόνα καταστάσεως
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
τον κατατόπισε επακριβώς πράγμα που έκανε εύκολη υπόθεση την μετάβαση στην εν λόγω επιχείρηση





