Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
οργιάζω
- απόδοση: επιδίδομαι σε όργια / διαπράττω ακολασίες / ενεργώ με παράνομες & ανήθικες πράξεις / αναφερόμενοι σε κάτι που είναι έντονο ή σε δραστηριότητα που είναι έντονη
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
οργιάζουν οι φήμες περί παραιτήσεως της κυβέρνησης
οργίασε κατά την περίοδο της Γερμανικής κατοχής
που οργίαζες αγαπητέ μου ;
σε τμήματα του Παρνασσού οργιάζει η βλάστηση





