Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
δυσφημώ
- απόδοση: διαδίδω κάτι που μπορεί να βλάψει την υπόληψη τη φήμη ή τα οικονομικά συμφέροντα κάποιου
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
το προϊόν δυσφημίστηκε αδίκως για λόγους συμφέροντος των ανταγωνιστικών εταιρειών





