Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
καθετοποιώ
- απόδοση: αναφερόμενοι σε παραγωγική διαδικασία που αρχίζοντας από την πρώτη ύλη & δια μέσου των ενδιάμεσων σταδίων καταλήγει στο τελικό προϊόν
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
η εν λόγω επιχείρηση καθετοποίησε πλήρως την παραγωγή





