Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
τελεσφορώ
- απόδοση: πετυχαίνω κάτι / καταλήγω δια ενεργειών σε κάποιο αποτέλεσμα
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
αδύνατον να τελεσφορήσει η κοινή προσπάθεια λόγω ελλείψεως προγραμματισμού





