Συμπράξατε, στην διεύρυνση του Λεξικού Ελληνικών, δια προτεινόμενων λημμάτων.
λυπούμαι
- απόδοση: αισθάνομαι δυσαρέσκεια λύπη / θλίβομαι / αισθάνομαι συμπόνια
- ρήμα: λυπώ
- θεματολογία: ‘ Πλήθος Ρημάτων ’
λυπούμαι βαθύτατα για την απώλεια της συζύγου





